καίγομαι

(προωθήθηκε από κάηκα)
Μεταφράσεις

καίγομαι

يَحْتَرِقُspálit sebrændesich verbrennenburnquemarsepolttaase brûleropeći sebruciarsiやけどをする불에 데다verbrandenbrenneoparzyć sięqueimar-seобжечьсяbränna sigลวกyakmakbị bỏng烫伤 ('ceɣome)
ρήμα μεσοπαθητικό (ρήμα)
1. ζεματίζομαι καίγομαι στον ήλιο
2. μεταφορικά βρίσκομαι σε πολύ άσχημη θέση Με βρήκανε, κάηκα!
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close