κάθετος

(προωθήθηκε από κάθετο)
Μεταφράσεις

κάθετος

('kaθetos) αρσενικό

κάθετη

('kaθeti) θηλυκό

κάθετο

('kaθeto) ουδέτερο
επίθετο
1. κατακόρυφος κάθετη πτώση
2. γεωμετρία που ακουμπάει ευθεία σχηματίζοντας ορθές γωνίες κάθετος δρόμος
3. απόλυτος Είναι κάθετος στις αρχές του.

κάθετος

perpendicular, vertical, orthogonal, normal, forward slashperpendiculaire, barre obliqueشَرْطَةٌ مَائِلَةٌ لِلَأَمَامlomítkoskråstregVorwärtsschrägstrichbarra diagonalkauttaviivakosa crtabarra obliquaフォワードスラッシュ포워드 슬래시schuine streep vooruitskråstrekukośnikbarraлевая косая чертаframåtvänt snedstreckเครื่องหมายทับeğik çizgidấu gạch xiên向前斜线
ουσιαστικό θηλυκό
η κάθετη γραμμή
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close