κάθισμα

Μεταφράσεις

κάθισμα

seatsiègeمَقْعَدžidlesædeSitzgelegenheitasientoistuinsjedalosedia座席의자stoelstolkrzesłoassentoсиденьеsäteเก้าอี้นั่งsandalyeghế座位седалка座位 ('kaθizma)
ουσιαστικό ουδέτερο
1. το έπιπλο στο οποίο καθόμαστε αναπαυτικό κάθισμα
2. θέση Βρήκα κάθισμα.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close