κάμψη

Μεταφράσεις

κάμψη

inflexionslumpانخفاضnedgångdeclinotilbagegangpokles下降declínio下降 ('kampsi)
ουσιαστικό θηλυκό
1. λύγισμα της μέσης κάνω κάμψεις
2. πτώση, μείωση παρουσιάζω κάμψη
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close