κάπνισμα

Μεταφράσεις

κάπνισμα

smokingتَدْخِيـنkouřenírygningRauchenfumartupakointifumerpušenjefumo喫煙흡연rokenrøykingpaleniefumarкурениеrökningการสูบบุหรี่sigara içmeksự hút thuốc吸烟עישון吸煙 ('kapnizma)
ουσιαστικό ουδέτερο
το να καπνίζει κν Το κάπνισμα βλάπτει την υγεία.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close