κάποιος

(προωθήθηκε από κάποιο)
Μεταφράσεις

κάποιος

('kapços) αρσενικό

κάποια

('kapça) θηλυκό

κάποιο

somebody, someone, some, something, anybodyquelqu'un, n’importe qui, quelqu’unأَيُّ شَخْص, شَخْصٌ مَاněkdonogen, nogleirgendjemand, jemandalguienjoku, kuka tahansaitko, netkoqualcuno誰か, 誰でも누군가, 아무도iemandnoenktośalguém, qualquer pessoaкто-нибудь, кто-тоnågonใครก็ได้, บางคนbirisi, herhangi biribất cứ ai, người nào đó任何人, 某人מישהוнякой ('kapço) ουδέτερο
επίθετο
1. ένας τυχαίος άγνωστος Είναι κάποιος στην πόρτα. Κάποια Μαρία τηλεφώνησε.
2. σχετικός, μερικός κάποιες σκέψεις πάνω στη ζωή Έχω κάποιες ελπίδες ακόμα.
έχω σχετικά μεγάλη ηλικία
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close