κάρβουνο

Μεταφράσεις

κάρβουνο

coal, carbon, charcoalcharbon, cokeفَحْم, فَحْمٌ نَبَاتِيّdřevěné uhlí, uhlíkul, trækulHolzkohle, Kohlecarbónhiili, puuhiiliugljencarbone木炭, 石炭석탄, 숯houtskool, steenkoolkull, trekullwęgiel, węgiel drzewnycarvãoдревесный уголь, угольkol, träkolถ่าน, ถ่านหินkömür, odun kömürüthan, than củi木炭, дървени въглища木炭פחם ('karvuno)
ουσιαστικό ουδέτερο
άνθρακας ως καύσιμη ύλη
καίγομαι τελείως
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close