κάψιμο

Μεταφράσεις

κάψιμο

حَرْقpopáleninaforbrændingBrandwundeburnquemadurapalovammabrûlureopeklinabruciatura火傷화상brandwondbrannsåroparzeniequeimaduraожогbrännsårแผลไหม้yanıkvết bỏng烧伤 ('kapsimo)
ουσιαστικό ουδέτερο
1. η διαδικασία όταν καίμε κτ το κάψιμο των ξύλων
2. έγκαυμα κάψιμο από σίδερο
3. δυσάρεστη αίσθηση στο στομάχι έχω ένα κάψιμο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close