κέικ

Μεταφράσεις

κέικ

cakeKuchen케이크蛋糕蛋糕เค้กケーキ ('ceik)
ουσιαστικό ουδέτερο άκλητο (ουσιαστικό – επίθετο)
είδος γλυκού
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close