καίω

Μεταφράσεις

καίω

('ceo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. βάζω φωτιά σε κτ καίω τα ξύλα Έκαψαν το σπίτι.
2. ζεματίζω Κάηκα με βραστό νερό. Μ' έκαψε ο ήλιος.
3. καταναλώνω καίω ηλεκτρικό

καίω

burn, burnt, scorchbrûlerيَحْرق, يُحْرِقُhořet, spálitbrændeverbrennenarder, quemarpolttaagorjeti, spalitibruciare・・・を燃やす, 燃やす...을 불태우다, 태우다branden, verbrandenbrenneoparzyć, palićarder, queimarгореть, сжечьbrännaเผา, ไหม้ เผาไหม้yakmakđốt, đốt cháy, 烧掉
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
είμαι καυτός Το νερό καίει.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close