καβαλάρης

(προωθήθηκε από καβαλάρισσα)
Μεταφράσεις

καβαλάρης

(kava'laris) αρσενικό

καβαλάρισσα

(kava'larisa) θηλυκό
ουσιαστικό
που καβαλάει άλογο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close