καβουρδίζω

Μεταφράσεις

καβουρδίζω

(kavur'ðizo)

καβουρντίζω

roast (kavur'dizo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. ψήνω ξηρούς καρπούς ή καφέ καβουρδίζω τον καφέ
2. τσιγαρίζω καβουρδίζω κιμά
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close