καημένος

(προωθήθηκε από καημένη)
Μεταφράσεις

καημένος

(kai'menos) αρσενικό

καημένη

(kai'meni) θηλυκό

καημένο

poor (kai'meno) ουδέτερο
επίθετο
λέγεται για κπ που μας προκαλεί οίκτο Είναι άρρωστος ο καημένος.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close