καθαρίζω

Μεταφράσεις

καθαρίζω

(kaθa'rizo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. κάνω κτ να είναι καθαρό καθαρίζω το σπίτι
2. αφαιρώ φλούδες καθαρίζω πατάτεςφρούτα

καθαρίζω

nettoyer, purifier, viderclean, clear, furbish, peellimparيُنَظِّفُčistit, uklízetrense, ryddeaufräumen, reinigendespejar, limpiarpuhdistaa, tyhjentääčistiti, očistitipulire・・・を片づける, 掃除する...을 깨끗이 하다, 치우다opruimen, schoonmakenrengjøre, rensesprzątnąć, wyczyścićочистить, чиститьrengöra, tömmaทำให้โล่ง, ทำความสะอาดtemizlemekdọn sạch打扫
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
γίνομαι καθαρός
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close