καθαρτικό

Μεταφράσεις

καθαρτικό

laxative, purgative

καθαρτικό

مُلَيِّـنٌ

καθαρτικό

projímadlo

καθαρτικό

afføringsmiddel

καθαρτικό

Abführmittel

καθαρτικό

laxante

καθαρτικό

ulostuslääke

καθαρτικό

laxatif

καθαρτικό

laksativ

καθαρτικό

lassativo

καθαρτικό

緩下剤

καθαρτικό

완하제

καθαρτικό

laxeermiddel

καθαρτικό

avføringsmiddel

καθαρτικό

środek przeczyszczający

καθαρτικό

laxante

καθαρτικό

слабительное

καθαρτικό

laxeringsmedel

καθαρτικό

ยาระบาย

καθαρτικό

müshil

καθαρτικό

thuốc nhuận tràng

καθαρτικό

轻泻剂
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close