καθαρός

(προωθήθηκε από καθαρό)
Μεταφράσεις

καθαρός

(kaθa'ros) αρσενικό

καθαρή

(kaθa'ri) θηλυκό

καθαρό

propre, pur, fraisчистыйclean, aboveboard, clear, sheer, utter, freshالهَوَاءُ الطَّلْق, نَظِيفčistý, svěžífrisk, renfrisch, sauberfresco, limpiopuhdas, raikasčist, hladanfresco, pulitoすがすがしい, 清潔な깨끗한, 상쾌한fris, schoonfrisk, renczysty, świeżyfresco, limpofrisk, renสดชื่น, สะอาดtemizsạch sẽ, trong lành新鲜的, 清洁的 (kaθa'ro) ουδέτερο
επίθετο
1. που δεν είναι βρόμικος καθαρό δωμάτιο
2. διαυγής καθαρός ουρανός με καθαρό μυαλό
3. χωρίς ξένα στοιχεία καθαρό ασήμι
4. τίμιος, ειλικρινής καθαρή δουλειά
5. σαφής καθαρό μήνυμα
6. που δε χωράει αμφιβολία Είναι καθαρή απάτη.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close