καθηλώνω

Μεταφράσεις

καθηλώνω

(kaθi'lono)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
κάνω κπ να μην αντιδράει Τα λόγια του μας καθήλωσαν.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close