καθημερινή

Μεταφράσεις

καθημερινή


ουσιαστικό θηλυκό
εργάσιμη μέρα της εβδομάδας Τις καθημερινές ξυπνάω νωρίς.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close