καθησυχαστικός

(προωθήθηκε από καθησυχαστική)
Μεταφράσεις

καθησυχαστικός

(kaθisixasti'kos) αρσενικό

καθησυχαστική

(kaθisixasti'ci) θηλυκό

καθησυχαστικό

مُطَمْئِنuklidňujícíbetryggendeberuhigendreassuringtranquilizadorrauhoittavarassurantumirujućirassicurante安心させる안심시켜 주는geruststellendberoligendeuspokajającytranquilizadorобнадеживающийuppmuntrandeที่ให้ความมั่นใจgüven vericilàm yên lòng让人放心的 (kaθisixasti'ko) ουδέτερο
επίθετο
που μπορεί να καθησυχάσει καθησυχαστική φωνή
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close