καθιερώνω

Μεταφράσεις

καθιερώνω

feststellenperustaaétablirstabilirezałożyćestabelecerустанавливатьestablish (kaθie'rono)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
δημιουργώ θεσμό καθιερώνω μια συνήθεια καθιερώνω νέα τακτική
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close