καθιστός

(προωθήθηκε από καθιστή)
Μεταφράσεις

καθιστός

(kaθi'stos) αρσενικό

καθιστή

(kaθi'sti) θηλυκό

καθιστό

sitting (kaθi'sto) ουδέτερο
επίθετο
που έχει καθίσει Με υποδέχτηκε καθιστός.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close