καθολικισμός

Μεταφράσεις

καθολικισμός

catholicisme (kaθolici'zmos)
ουσιαστικό αρσενικό
ένα από τα χριστιανικά δόγματα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close