καθορισμένος

(προωθήθηκε από καθορισμένη)
Μεταφράσεις

καθορισμένος

(kaθori'zmenos) αρσενικό

καθορισμένη

(kaθori'zmeni) θηλυκό

καθορισμένο

set, statutory (kaθori'zmeno) ουδέτερο
επίθετο
κανονισμένος, δεδομένος σε μία καθορισμένη ώρα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close