καθρεφτίζομαι

Μεταφράσεις

καθρεφτίζομαι

(kaθre'ftizome)
ρήμα μεσοπαθητικό (ρήμα)
1. αντανακλώμαι Tα σύννεφα αντανακλώνται στο νερό.
2. μεταφορικά φαίνομαι Στα μάτια της καθρεφτίζεται ο φόβος.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close