καθυστερημένος

Μεταφράσεις

καθυστερημένος

(kaθisteri'menos) αρσενικό

καθυστερημένη

(kaθisteri'menι) θηλυκό

καθυστερημένοο

delayed, retarded, slow, backward, tardy, overdueretardé, attardé, impayénachträglich, überfällig, verspätetفَاتَ مَوعِدُ استِحْقَاقِهِ, مُتَأَخِّرzpožděnýfor længst forfalden, forsinketatrasado, retrasado, vencidomyöhässä, myöhästynytodgođen, zakasnioritardato, scaduto遅れた연체된, 지연된te laat, vertraagdforfalt, forsinketopóźniony, zaległyatrasadoотложенный, просроченныйförfallen, försenadที่ล่าช้า, พ้นกำหนดเวลาgecikmeli, ödeme günü geçmişbị hoãn lại, quá hạn延期的, 过了期限的 (kaθisteri'meno) ουδέτερο
επίθετο
1. που έχει καθυστερήσει φτάνω καθυστερημένος
2. διανοητικά ανάπηρος καθυστερημένο παιδί
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close