καθυστερώ

Μεταφράσεις

καθυστερώ

(kaθiste'ro)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
επιβραδύνω καθυστερώ πληρωμή

καθυστερώ

delay, detain, linger, retard, hold upretarder, être en retardيَتَأَخَّرُ, يُعَطِّلُodkládat, zdržetforsinkehochhalten, verzögernretrasarviivyttääodgoditi, zadržavatiritardare, trattenere持ちこたえる, 遅れる지연하다ophouden, vertragenforsinke, rekke oppopóźnić, podtrzymaćatrasarзадерживать, отложитьförsena, hålla uppทำให้ชักช้า, ล่าช้าgecikmektrì hoãn拖延, 阻碍закъснение
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
αργώ Καθυστέρησα δέκα λεπτά.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close