κακία

Μεταφράσεις

κακία

méchancetévice (ka'cia)
ουσιαστικό θηλυκό
1. το χαρακτηριστικό του κακού ανθρώπου To έκανε από καθαρή κακία.
είμαι θυμωμένος μαζί του
2. κακά λόγια λέω κακίες
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close