κακομαθημένος

(προωθήθηκε από κακομαθημένο)
Μεταφράσεις

κακομαθημένος

(kakomaθi'menos) αρσενικό

κακομαθημένη

(kakomaθi'meni) θηλυκό

κακομαθημένο

(kakomaθi'meno) ουδέτερο
επίθετο
που του κάνουν όλα τα χατίρια κακομαθημένο παιδί
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close