κακό

Μεταφράσεις

κακό

malecocoaDårligDåligЛошרעzłyPahaзло (ka'ko)
ουσιαστικό ουδέτερο
1. κτ που δεν είναι ηθικά αποδεκτό το καλό και το κακό
βλάπτω, προκαλώ ζημιά Το κάπνισμα κάνει κακό στην υγεία.
2. αρνητικό σημείο Το κακό είναι πως δεν ακούει κανέναν.
3. συμφορά Με βρήκε μεγάλο κακό.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close