κακότροπος

(προωθήθηκε από κακότροπο)
Μεταφράσεις

κακότροπος

(ka'kotropos) αρσενικό

κακότροπη

(ka'kotropi) θηλυκό

κακότροπο

surly, bad-temperedمُتَعَكِّر الـمِزاجnevrlýpirreligübellaunigde mal genio, malhumoradopahantuulinenavoir mauvais caractèremrzovoljanirritabile機嫌の悪い기분이 상한slechtgehumeurdi dårlig humørwybuchowymal humoradoраздражительныйpå dåligt humörอารมณ์เสียhuysuzdễ nổi cáu脾气不好 (ka'kotropo) ουδέτερο
επίθετο
στρυφνός
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close