κακόφημος

(προωθήθηκε από κακόφημη)
Μεταφράσεις

κακόφημος

(ka'kofimos) αρσενικό

κακόφημη

(ka'kofimi) θηλυκό

κακόφημο

disreputable, louche (ka'kofimo) ουδέτερο
επίθετο
επικίνδυνος, χωρίς καλή φήμη κακόφημοι δρόμοι
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close