καλαίσθητος

(προωθήθηκε από καλαίσθητη)
Μεταφράσεις

καλαίσθητος

(ka'lesθitos) αρσενικό

καλαίσθητη

(ka'lesθiti) θηλυκό

καλαίσθητο

(ka'lesθito) ουδέτερο
επίθετο
με καλό γούστο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close