καλλιεργημένος

(προωθήθηκε από καλλιεργημένο)
Μεταφράσεις

καλλιεργημένος

(kalierʝi'menos) αρσενικό

καλλιεργημένη

(kalierʝi'meni) θηλυκό

καλλιεργημένο

refined, sophisticatedcultivadasкултивираниodlade (kalierʝi'meno) ουδέτερο
επίθετο
1. που έχει καλλιεργηθεί καλλιεργημένο χωράφι
2. που έχει παιδεία καλλιεργημένη γυναίκα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close