καλλιεργώ

Μεταφράσεις

καλλιεργώ

cultivate, nourish, growcultiverيُنَمِّيpěstovatdyrkeanpflanzencultivarkasvattaauzgajaticoltivare育てる재배하다kwekengrourosnąćcultivarраститьodlaปลูก ทำให้เจริญเติบโตyetiştirmektrồng生长 (kalier'ɣo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. δουλεύω τη γη καλλιεργώ ένα χωράφι
2. παράγω προϊόν της γης καλλιεργώ πατάτες
3. εξασκώ καλλιεργώ τις μουσικές μου γνώσεις
4. συντηρώ καλλιεργώ μια σχέση
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close