καλλωπιστικός

Μεταφράσεις

καλλωπιστικός

(kalopisti'kos) αρσενικό

καλλωπιστική

(kalopisti'ci) θηλυκό

καλλωπιστικό

(kalopisti'ko) ουδέτερο
επίθετο
που χρησιμοποιείται στη διακόσμηση καλλωπιστικά φυτά
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close