καλοκαιρινός

(προωθήθηκε από καλοκαιρινό)
Μεταφράσεις

καλοκαιρινός

(kaloceri'nos)

καλοκαιρινή

(kaloceri'ni) θηλυκό

καλοκαιρινό

summersomerad'été, estivalSommerzomer夏天夏天летолято여름estatelatosommerverãoverano (kaloceri'no) ουδέτερο
επίθετο
1. που γίνεται το καλοκαίρι οι καλοκαιρινές διακοπές
2. σχετικός με το καλοκαίρι καλοκαιρινά ρούχα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close