καλοπροαίρετος

(προωθήθηκε από καλοπροαίρετο)
Αναζητήσεις σχετικές με καλοπροαίρετο: καλοπροαίρετα, καλοπροαίρετος
Μεταφράσεις

καλοπροαίρετος

(kalopro'eretos) αρσενικό

καλοπροαίρετη

(kalopro'ereti) θηλυκό

καλοπροαίρετο

(kalopro'ereto) ουδέτερο
επίθετο
που έχει καλή πρόθεση
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close