καλυμμένος


Αναζητήσεις σχετικές με καλυμμένος: κατειλημμένος
Μεταφράσεις

καλυμμένος

(kali'menos) αρσενικό

καλυμμένη

(kali'meni) θηλυκό

καλυμμένο

covered (kali'meno) ουδέτερο
επίθετο
1. που τον έχουν καλύψει με κτ O κήπος είναι καλυμμένος με χιόνι.
2. μεταφορικά προστατευμένος είμαι καλυμμένος οικονομικά
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close