καλυτερεύω

Μεταφράσεις

καλυτερεύω

(kalite'revo)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
βελτιώνομαι Η υγεία μου καλυτερεύει. Τα οικονομικά μου καλυτερεύουν.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close