καλωδιακός

Μεταφράσεις

καλωδιακός

(kaloðia'kos)

καλωδιακή

(kaloðia'ci) θηλυκό

καλωδιακό

câbleכבלcavoKabelkabelkabelkabelcabocableケーブルкабелькабел케이블kabel (kaloðia'ko) ουδέτερο
επίθετο
που λειτουργεί με καλώδιο καλωδιακή τηλεόραση
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close