καλόγερος

Μεταφράσεις

καλόγερος

Mönchgreat tit, monk, boil, coat tree, carbunclemonje, divieso, forúnculo, fraile, furúnculo, percheromoine, furoncle, portemanteaumnich, czyrak, wieszak stojący, wrzód, zakonnik, чирийmongecălugărмонах, вешалка, фурункулرَاهِبٌmnichmunkmunkkiredovnikmonaco修道士수도승monnikmunkmunkพระkeşişthầy tu和尚Монк和尚 (ka'loʝeros)
ουσιαστικό αρσενικό
1. που ζει σε μοναστήρι οι καλόγεροι του μοναστηριού
2. μεταφορικά το έπιπλο που κρεμάμε τα παλτά Το καπέλο σου είναι στον καλόγερο.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close