καλύπτω

Μεταφράσεις

καλύπτω

coverkovricouvrirيُغَطيpřikrýtdækkezudeckencubrirpeittääpokriti secoprire覆う덮다bedekkendekkepokryćcobrirнакрыватьtäckaคลุมörtmekche phủ覆盖 (ka'lipto)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. σκεπάζω, προστατεύω καλύπτω το πρόσωπό μου
2. αποκρύβω καλύπτω ένα έγκλημα καλύπτω την αλήθεια
3. ικανοποιώ καλύπτω τις ανάγκες κάποιου
4. παρουσιάζω συνολικά καλύπτω ένα θέμα
5. διανύω καλύπτω μεγάλη απόσταση
6. συμπληρώνω καλύπτω το κενό
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close