καλώ

Μεταφράσεις

καλώ

call, summonchemaвызывать, говорить по телефону, назватьيَتَّصِلُ بِ...هاتِفِيّاً, يَسْتَدْعِيvolatringe tilanrufen, rufenllamarkutsua, soittaaappelernazvatichiamare・・・に電話をする, 呼ぶ...을 부르다, …에게 전화를 걸다bellen, noemenringedzwonić, nazwaćchamar, telefonarringaเรียก, โทรหาadlandırmak, aramakgọi, gọi điện呼叫, 打电话 (ka'lo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. προσκαλώ καλώ κπ σε γεύμα
2. φωνάζω καλώ το γιατρό
3. ειδοποιώ επίσημα κπ να έρθει καλώ ένα μάρτυρα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close