καλώδιο

Μεταφράσεις

καλώδιο

cable, flex, wirecâble, nappecableكابِلkabelkabelKabelkaapelikabelcavoケーブル케이블kabelledningkabelcaboкабельsladdสายเคเบิลkablocáp电缆כבלкабел (ka'loðio)
ουσιαστικό ουδέτερο
σύρμα που διοχετεύει ηλεκτρικό ρεύμα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close