καμάκι

Μεταφράσεις

καμάκι

arpóndrague, harponspearгарпун (ka'maci)
ουσιαστικό ουδέτερο
1. εργαλείο ψαρέματος με μεταλλική αιχμή ψαρεύω με καμάκι
2. μεταφορικά άντρας που φλερτάρει συνέχεια
φλερτάρω
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close