κανονίζω

Μεταφράσεις

κανονίζω

arrange, regulate, settleيُرَتِّبُzorganizovatarrangerearrangierenarreglar, organizarjärjestääarrangerprireditiorganizzare手配する...을 미리 준비하다regelenarrangerezaplanowaćorganizarорганизовыватьordnaจัดเตรียมdüzenlemekthu xếp安排 (kano'nizo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. οργανώνω κανονίζω τις δουλειές μου
2. προγραμματίζω Έχω κανονίσει απόψε.
3. μεταφορικά τιμωρώ Θα σε κανονίσει η μάνα σου.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close