καουτσούκ

Μεταφράσεις

καουτσούκ

caoutchoucgommaborracha橡胶橡膠gummipryžยางالمطاطgummiкаучукGummiגומי고무ゴムrubberrubber (kau'tsuk)
ουσιαστικό ουδέτερο άκλητο (ουσιαστικό – επίθετο)
ελαστική ύλη που βγαίνει από το καουτσουκόδεντρο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close