καπνίζω

Μεταφράσεις

καπνίζω

(ka'pnizo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
ρουφάω τον καπνό από τσιγάρο, πούρο κ.λπ. καπνίζω πούρα

καπνίζω

rauchensmoke, curefumerfumareيُدَخِّنُkouřitrygefumar, humear, humosavutapušiti煙を出す연기를 뿜다rokenrøykepalićfumegarдымить(ся), куритьrökaมีควันdumanı tütmekbốc khói冒烟димעשן
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
βγάζω καπνό το τζάκι καπνίζει
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close