καραμέλα

Μεταφράσεις

καραμέλα

bonbon, caramelcandy, sweet, toffee, caramelكَرَامِيلkaramelakaramelKaramellecaramelokinuskikaramelacaramelloキャラメル캐러멜karamelkaramellkarmelcarameloкарамельkolaคาราเมลkaramelakem caramen焦糖Карамел (kara'mela)
ουσιαστικό θηλυκό
1. μικρό ζαχαρωτό τρώω καραμέλες
2. πηχτό υγρό από ζάχαρη και νερό γλυκό με καραμέλα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close