καρδιακός

(προωθήθηκε από καρδιακό)
Μεταφράσεις

καρδιακός

(karðja'kos) αρσενικό

καρδιακή

(karðja'ci) θηλυκό

καρδιακό

cardiac, heartkoracardiaqueсердцеhjertecuoreHerzหัวใจhartsercesrdce心臓corazónсърце심장sydäncoração (karðja'ko) ουδέτερο
επίθετο
1. σχετικός με την καρδιά καρδιακό πρόβλημα καρδιακή προσβολή
2. αυτός που υποφέρει από την καρδιά του Είναι καρδιακός.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close